Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
14 / 4 / 2021

Τα βιβλία που διαβάζω τώρα είναι το Beasts of Antares, του Alan Burt Akers, και το The Throne of Bones, του Brian McNaughton.

Το πρώτο είναι το 23ο της σειράς του Dray Prescot, την οποία ξεκίνησα να διαβάζω το 2015 και έγραψα μια κριτική τότε για τα πρώτα πέντε βιβλία της. Μου είχε φανεί μέτρια αλλά κάτι με τραβούσε να τη συνεχίσω, και συνεχίζοντας είδα ότι γίνεται πολύ καλύτερη. Έκτοτε, κάθε χρόνο διαβάζω και μερικά από τα βιβλία της (το καθένα είναι σχετικά μικρό). Έχω κάνει λίγα σχόλια γι’αυτά το 2016, το 2017, το 2018, το 2019, και το 2020.

Τώρα έχω διαβάσει πάνω από το μισό Beasts of Antares (δεν είναι μεγάλο· περί τις 200 σελίδες μόνο) και, αν και αρκετά καλό, νομίζω ότι έχει χάσει λίγο από τον δυναμισμό που είχαν τα προηγούμενα. Σαν να είναι η όλη σειρά λιγάκι «κουρασμένη» πλέον κάτω από όλο αυτό το βάρος των πληροφοριών και των καταστάσεων. Ωστόσο, ελπίζω να κάνω λάθος και στο τέλος να βγει καλύτερο. Επίσης, δεν είναι παρά το πρώτο από τα βιβλία του τμήματος της γιγάντιας σειράς Dray Prescot το οποίο ονομάζεται Spikatur cycle.

Το άλλο βιβλίο που διαβάζω αυτό τον καιρό, το The Throne of Bones, είναι φαντασίας/τρόμου που φαίνεται να θέλει να ακολουθήσει την παράδοση του Clark Ashton Smith. Δεν είναι ένα ενιαίο μυθιστόρημα αλλά πολλές ιστορίες που νομίζω πως όλες διαδραματίζονται στον ίδιο φανταστικό κόσμο. Για τον Clark Ashton Smith έχω γράψει και παλιότερα στα Σκιώδη Παραλειπόμενα. Τρομερός συγγραφέας φαντασίας/τρόμου, αλλά αρκετά επαναληπτικός: άμα διαβάσεις μερικές ιστορίες του, μετά ξέρεις πάνω-κάτω πώς θα τελειώσει οποιαδήποτε ιστορία του Clark Ashton Smith. Ευτυχώς, παρότι ο Brian McNaughton είναι καταφανώς επηρεασμένος από τον Smith, μοιάζει να έχει πάρει τα καλά του στοιχεία αλλά όχι αυτή την τάση για επανάληψη. Δεν μπορώ, βέβαια, να είμαι και σίγουρος – έχω διαβάσει περίπου το ένα τρίτο του βιβλίου ώς τώρα – αλλά έτσι μου φαίνεται μέχρι στιγμής.

Η πρώτη ιστορία, Ringard and Dendra, είναι πραγματικά ένα μαγευτικό, εφιαλτικό παραμύθι. Μετά ακολουθεί το The Throne of Bones, που είναι σαν νουβέλα ένα πράγμα, αλλά κι αυτό περιλαμβάνει επιμέρους διηγήσεις που δεν είμαι σίγουρος ακόμα αν όλες τελικά θα συνδεθούν μεταξύ τους. Είναι, επίσης, εξαιρετικά πεθαμενατζίδικο: ασχολείται με νεκροπόλεις, νεκρόφιλους, τυμβωρύχους, και ghouls που τρώνε τους νεκρούς. Συνήθως δεν μ’αρέσουν τέτοιες μαλακίες. Το ότι εδώ αισθάνομαι να έχω κολλήσει, μάλλον σημαίνει κάτι καλό γι’αυτό το βιβλίο.

Επιπλέον, για να καταλάβει κανείς πόσο πωρωμένος πρέπει να ήταν ο συγγραφέας (δυστυχώς δεν είναι μαζί μας πια· πέθανε πρόσφατα) με τον Clark Ashton Smith φτάνει να δει πώς έχει ονομάσει μια πλατεία μέσα σε μια μεγάλη πόλη του φανταστικού κόσμου του: Τη λέει Ashclamith Square. Αν το όνομα αυτό σού μοιάζει με σπασμένο αναγραμματισμό του ονόματος Clark Ashton Smith, δεν είναι τυχαίο.

Ash(ton)Cla(rk)(S)mith.

 

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]